Διακοπές στη δεκαετία του ’60

Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

Οι Ράχες ήταν ένα μικρό ψαροχώρι στο Μαλιακό  κόλπο, όπου νοικιάζαμε ένα σπιτάκι το καλοκαίρι «με τη σεζόν». Ένα φρεσκο-ασβεστωμένο σπιτάκι με δυο δωμάτια, ένα για τους γονείς κι ένα για τα  παιδιά, και μια υποτυπώδη κουζίνα στη μέση, με πετρογκάζ και ψυγείο πάγου. Μπροστά του, μια αυλή με πατημένο χώμα και μια αχλαδιά με μικρά, πικρά αχλάδια που δεν τρώγονταν. Κι επειδή το σπιτάκι ήταν στην άκρη του χωριού, η αυλή του κατέληγε στην άμμο κι η άμμος σε μια γαλάζια θάλασσα. Ο παραλιακός χωματόδρομος είχε ευτυχώς σβήσει δυο-τρία σπιτάκια νωρίτερα κι έτσι είχαμε τη θάλασσα στην αυλή μας.

Ήμασταν οι μόνοι παραθεριστές και καταφτάναμε τέλος Ιουνίου, με τα μπαγκάζια φορτωμένα στο όπελ του μπαμπά. Ήταν η δεκαετία του ’60, τότε που δυο άκαμπτες καρό βαλίτσες έφταναν ακόμα για να χωρέσουν τα καλοκαιρινά ρούχα μιας τετραμελούς οικογένειας κι ένα πορτ μπαγκάζ παλιού όπελ έφτανε για να χωρέσουν, εκτός από τις δυο βαλίτσες, κάποια κουζινικά, ένα δέμα με σεντόνια και πετσέτες κι ένα χαρτοκιβώτιο με παιδικά παραμύθια και μίκυ-μάους. Καθόμουν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου κρατώντας στην αγκαλιά μου δυο-τρία παιχνίδια κι ένα τρανζιστοράκι, γιατί είχα δικαίωμα να πάρω μαζί μου μόνο όσα παιχνίδια μπορούσα να κουβαλήσω στα χέρια μου. Μόλις ξεφορτώναμε, κρεμούσα το τραντζιστοράκι μου στην αχλαδιά, έστηνα τα παιχνίδια μου στο περβάζι του παραθύρου και σηματοδοτούσα θριαμβευτικά την έναρξη του καλοκαιριού με μια βουτιά στη θάλασσα.

Ύστερα πηγαίναμε με τη μητέρα μου στο μπακάλικο «Εδώδιμα-αποικιακά». Δεν καταλάβαινα καμιά απ’ τις δυο λέξεις, αλλά ήξερα πως εκεί θα βρίσκαμε τον κυρ-Μελέτη με τη λαδωμένη ποδιά. Κι όσο η μητέρα μου θα ψώνιζε πατάτες, λάδι, ντομάτες και φιδάκια για τα κουνούπια, ο κυρ-Μελέτης θα με ζύγιζε στην πρωτόγονη ζυγαριά των εμπορευμάτων του, την πλάστιγγα,  και θα σχολίαζε πως και τούτο το χειμώνα «το πήρα όλο μπόι» αλλά τώρα το καλοκαίρι με τα μπάνια και τον καθαρό αέρα θα πάχαινα λιγάκι και θα γινόμουνα «ολόκληρη κοπέλα».

Κι άρχιζε η όμορφη ρουτίνα του καλοκαιριού. Είχα την απόλυτη ελευθερία να τριγυρίζω όλη τη μέρα στο χωριό, να παίζω με τα ντόπια παιδιά και να βουτάω στη θάλασσα όποτε θέλω. Τα ρούχα μου ήταν μια φανέλα και το κάτω μέρος του μαγιό. Είχα δικαίωμα να λερώσω μια φανέλα την ημέρα κι αν έφτανε το βράδυ κι η φανέλα δεν ήταν αρκετά λερωμένη, φρόντιζα να την περιχύσω με το ζουμί απ’ το βραδινό μου καρπούζι. Κάθε μέρα τρώγαμε τα ίδια φαγητά: γάλα απ’ την κατσίκα της γειτόνισσας, ψωμί από το φούρνο του χωριού, ψάρια που αγοράζονταν κάθε πρωί στο μόλο, αβγά απ’ τις κότες της σπιτονοικοκυράς, πατάτες τηγανητές, ντομάτες και καρπούζι. Στην εξοχή δεν έφερνα τόση αντίδραση στο φαγητό. Ήταν που δεν μας πρόσεχαν τόσο όσο στη πόλη και που τα μπάνια μού άνοιγαν πράγματι λιγάκι την όρεξη. Είχα σε κάποιο βαθμό υιοθετήσει και τις διαιτητικές συνήθειες των παιδιών του χωριού, μπορούσα δηλαδή να τριγυρίζω το απόγευμα με το ψωμοτύρι στο χέρι, αν και τελικά το πετούσα, και να γλύφω λίγο από το παγωτό που παίρναμε όταν περνούσε ο παγωτατζής με το τρίκυκλο.

Εκεί όμως που είχα προσαρμοστεί απόλυτα ήταν η απογευματινή εθιμοτυπική επίσκεψη των παιδιών του χωριού στο Εργοστάσιο των Λουκουμιών. Εργοστάσιο είναι μια πολύ βαρύγδουπη λέξη για να περιγράψει το τούβλινο, ισόγειο εργαστήρι ζαχαροπλαστικής όπου παρασκευάζονταν τα ντόπια λουκούμια. Στην ταράτσα του ήταν στερεωμένη μια τσίγκινη, μισοσκουριασμένη ταμπέλα που έγραφε «Λουκουμοποιία Αφοι Θεοδωρακόπουλοι». Δούλευαν εκεί καμιά εικοσαριά ντόπιες γυναίκες. Τις έβλεπα το πρωί να διασχίζουν βιαστικές τα δρομάκια του χωριού, τακτοποιώντας πρόχειρα τα μαλλιά τους μέσα σε μια άσπρη μαντίλα. Το εργοστάσιο, όπως επέμεναν να το αποκαλούν οι ντόπιοι, ήταν στην άκρη του χωριού, προς το δημόσιο δρόμο, και ανέδιδε μια γλυκερή μυρωδιά που μ’ ανακάτευε λιγάκι. Βρισκόταν στη μέση του πουθενά, μέσα σε χέρσα χωράφια με κάτι ψωραλέες συκιές και πάντα η όψη του με απωθούσε, αλλά με τίποτα δεν θα έχανα την απογευματινή σύναξη των παιδιών έξω από την πόρτα του.

Κάθε απόγευμα, μόλις ο ήλιος έπαιρνε να γέρνει κι η ζέστη γινόταν πιο υποφερτή, παιδιά απ’ όλα τα σημεία του χωριού άρχιζαν σιγά-σιγά να κατευθύνονται προς το εργοστάσιο. Πού το καταλάβαιναν πως κόντευε η ώρα 7 αφού δεν είχαν ρολόγια; Δεν ξέρω, όπως δεν ξέρω πώς έμαθα κι εγώ να μαντεύω την ώρα. Στις 7 η ώρα λοιπόν κάθε μέρα βρίσκονταν μαζεμένα έξω από την πόρτα του εργοστασίου κάπου είκοσι παιδιά του δημοτικού, κι εγώ ανάμεσά τους. Τότε άνοιγε η πόρτα, μια παλιά, σκουριασμένη σιδεριά, κι οι εργάτριες έβγαιναν μια-μια, τραβώντας βιαστικά την άσπρη μαντίλα απ’ τα μαλλιά τους κι έπαιρναν το δρόμο για το χωριό. Κάποιες όμως απ’ αυτές βγαίνοντας κουβαλούσαν κάτι μαύρα ρηχά ταψιά γεμάτα με άχνη ζάχαρη και διάσπαρτα κομματάκια που είχαν περισσέψει από τα λουκούμια. Άφηναν τα ταψιά σ’ ένα πεζούλι κι απομακρύνονταν, παρακολουθώντας χαμογελαστές τα παιδιά να βουτάνε τα χέρια τους στη ζάχαρη για να βρούνε κομμάτια λουκουμιών. Μέσα σε λίγα λεπτά τα λουκούμια είχαν εξαφανιστεί και τα παιδιά είχαν επιτεθεί στη ζάχαρη. Έγλυφαν το δείκτη του χεριού τους, τον στριφογύριζαν με μανία στην άσπρη σκόνη και στη συνέχεια τον πιπίλιζαν απολαυστικά. Και σε λίγη ώρα, δεν είχε μείνει τίποτα. Τα μαύρα ταψιά γυάλιζαν αναποδογυρισμένα στο πεζούλι, γύρω τους κάτι τεράστια μυρμήγκια τριγύριζαν τη χυμένη ζάχαρη και τα παιδιά σκόρπιζαν πάλι στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

Κι εγώ, που ήμουνα δύσκολη στο φαγητό, έμενα πάντα τελευταία με ένα μισοδαγκωμένο λουκουμάκι  στο χέρι, που έλιωνε σιγά-σιγά στο δρόμο για το σπίτι. Σήμερα είμαι ακόμα το ίδιο δύσκολη στο φαγητό κι η γλυκερή μυρωδιά της ζάχαρης που βράζει εξακολουθεί να μου προκαλεί μια ελαφριά ναυτία. Όταν όμως βρεθώ σε χωριό και τύχει να με κεράσουν ένα λουκουμάκι, δαγκώνω ευχάριστα μια άκρη του και τότε νιώθω να ξαναβυθίζομαι στη χαμένη μου αθωότητα.

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.