Το γράψιμο κι εγώ

Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

Όταν πήγαινα στην Τετάρτη δημοτικού, η δασκάλα μας είχε βάλει έκθεση με θέμα «τι θα γίνω όταν μεγαλώσω». Κι εγώ, που αγαπούσα πολύ το μάθημα της έκθεσης, αφού έγραψα όλα όσα θα έπρεπε να γράψει μια καλή μαθήτρια στο θέμα αυτό (θέλω να γνωρίσω πολλούς ανθρώπους, να ταξιδέψω σε πολλές χώρες, να γίνω ένα άτομο χρήσιμο στην κοινωνία κτλ), έκλεισα την έκθεση με την πρόταση «…και φυσικά θα γράψω πολλά βιβλία». Υποθέτω πως δεν το είχα αναφέρει προηγουμένως γιατί το ότι θα έγραφα βιβλία ήταν για μένα δεδομένο, γιατί από μικρή έγραφα τόσο φυσικά και ασυναίσθητα όπως ανέπνεα.

Στο δημοτικό κάθε σχολική χρονιά είχα ένα τετράδιο που το ονόμαζα «το βιβλίο μου». Όλη τη σχολική περίοδο το γέμιζα με γραπτά. Τι έγραφα άραγε, δεν μπορώ να θυμηθώ, σίγουρα όμως δεν ήταν ένα κοριτσίστικο ημερολόγιο, αλλά ιστορίες για άλλους ανθρώπους, πραγματικούς ή φανταστικούς. Κι όταν έφτανε το καλοκαίρι,  φυλλομετρούσα το βιβλίο μου , ξαναδιάβαζα κάποια αποσπάσματα και τελικά έβρισκα το όλο εγχείρημα τόσο παιδικό, που έσκιζα με μανία το τετράδιο. Μέσα σε μια σχολική χρονιά είχα φαίνεται μεγαλώσει τόσο πολύ που απαξίωνα τη μικρή συγγραφέα της προηγούμενης χρονιάς. Στο μεταξύ, οι εκθέσεις μου για την αποταμίευση τον Οκτώβρη και για το δάσος στην Ημέρα Περιβάλλοντος την άνοιξη έπαιρναν τα τρομερά βραβεία του σχολείου μου: έναν κουμπαρά με εκατό δραχμές μέσα και ένα βιβλίο με θέμα τα ζώα του δάσους. Έγραφα επίσης πάντα τον πανηγυρικό της ημέρας για τις σχολικές γιορτές και ένα συγκινητικό λογύδριο για τη λήξη κάθε σχολικού έτους.

Στο γυμνάσιο άρχισα να γράφω ποίηση. Τα ποιήματα ήταν το σήμα κατατεθέν της εφηβείας μου, τόσο στο γράψιμο όσο και στο διάβασμα. Τα άπαντα του Σεφέρη που απόχτησα στη δευτέρα γυμνασίου ήταν ο καλύτερος δάσκαλος για μένα, γρήγορα τα έμαθα όλα απ’ έξω και τα απάγγελνα από μέσα μου σε όλες τις πληκτικές καταστάσεις στις οποίες αναγκαζόμουν να παρευρεθώ, όπως το μάθημα της Ιστορίας και των Θρησκευτικών στο σχολείο, οι σχολικοί εκκλησιασμοί και τα οικογενειακά ταξίδια με το αυτοκίνητο. Σίγουρα δεν καταλάβαινα και πολλά, αλλά ένιωθα τη μαγεία τους, ένιωθα ότι έμπαινα σ’ έναν άλλο κόσμο από τον οποίο μάλιστα πολλές φορές μου ήταν δύσκολο να βγω.

Έγραφα ποιήματα με μανία, γεμίζοντας τις τελευταίες σελίδες των σχολικών τετραδίων, τα περιθώρια των σχολικών βιβλίων, διάφορα πρόχειρα χαρτιά και χαρτοπετσέτες Το μέτρο και την ομοιοκαταληξία τα είχα εξαρχής καταργήσει , γιατί μου περιόριζαν τις σκέψεις και τα συναισθήματα. Βυθιζόμουν ώρες στη συγγραφή μικρών, ακατάληπτων στίχων που δεν ήξερα τι ακριβώς ήθελαν να πουν, αλλά ήξερα πως σίγουρα κάτι ήθελαν να πουν. Και κάποιες φορές μάλιστα κατάφερναν να το πουν πολύ πιο σύντομα και ουσιαστικά από τον πεζό λόγο. Συχνά αναρωτιόμουν τι διαφορά έχει η ποίηση από το πεζό και στο μόνο που κατέληγα ήταν πως στο ποίημα δεν χρειαζόταν να τηρώ τη σύνταξη, ούτε να επεξηγώ το κάθε τι, ούτε να ολοκληρώνω τις σκέψεις μου ούτε και να κάνω παραγράφους, πρόλογο και επίλογο. Στο ποίημα έκανα ό,τι ακριβώς ήθελα, σε μια αυθόρμητη και πρωτόγονη εισαγωγή στο σουρεαλισμό.

Τα ποιήματα αυτά είχαν την ίδια τύχη με τα πεζά του δημοτικού: σκίζονταν λίγες μέρες ή μήνες μετά τη συγγραφή τους, γιατί τα απαξίωνα. Στο γυμνάσιο και λύκειο κέρδιζα όλα τα βραβεία έκθεσης, τα οποία πλέον εκτός από τον κουμπαρά της αποταμίευσης που πλέον περιείχε πεντακόσιες δραχμές, αντιστοιχούσαν και σε κάποια χαρτιά γραπτών επαίνων. Όλα αυτά όμως δεν μου έλεγαν και πολλά πράγματα. Θεωρούσα το γράψιμο ένα είδος για προσωπική κατανάλωση το οποίο αποτελούσε ένα τεράστιο κομμάτι της ζωής μου.

Στο μεταξύ διάβαζα όσα λογοτεχνικά βιβλία έπεφταν στα χέρια μου, ξοδεύοντας όλο μου το χαρτζιλίκι στα υπόγεια βιβλιοπωλεία της πλατείας Αριστοτέλους. Και για να κάνω οικονομία, είχα γραφτεί στη δανειστική βιβλιοθήκη της ΧΑΝΘ, του Βρετανικού Συμβουλίου και της Γαλλικής Ακαδημίας. Κάθε φορά που πήγαινα να δανειστώ βιβλία στενοχωριόμουν που επιτρεπόταν να πάρω μόνο τρία τη φορά. Την περίοδο αυτή την τιμητική τους είχαν οι Γάλλοι υπαρξιστές συγγραφείς, από τους οποίους έμαθα την τέχνη της απλής και ουσιαστικής γραφής.

Η δευτέρα λυκείου ήταν για μένα κομβικό σημείο στο γράψιμο. Κέρδισα ένα πανευρωπαϊκό βραβείο έκθεσης και ένα πανελλήνιο βραβείο μαθητικής ποίησης. Το ποίημά μου «Η πριγκίπισσα με τα κόκκινα γοβάκια», το είχε στείλει στο διαγωνισμό ερήμην μου μια αγαπημένη καθηγήτρια στην οποία το είχα δείξει. Το ακατάληπτο αυτό συνονθύλευμα από λέξεις που εμένα μόνο με διαισθητικό τρόπο με συγκινούσε βαθιά, χαρακτηρίστηκε «δείγμα την υπαρξιακής αγωνίας της νέας γενιάς». Το βραβείο μου παρέδωσε ο Γιώργος Θέμελης, ένα «ιερό τέρας» του ποιητικού κόσμου της Θεσσαλονίκης, τον οποίο θαύμαζα απεριόριστα. Στη φάση αυτή ένιωσα πως τα γραπτά μου δεν ήταν προορισμένα μόνο για προσωπική κατανάλωση, αλλά ήταν μια γέφυρα που θα μπορούσε να με ενώσει με τους αγαπημένους μου ποιητές και συγγραφείς αλλά και με όλους τους άλλους ανθρώπους. Άρχισα ν’ αναρωτιέμαι μάλιστα πού πάνε οι σκέψεις και τα συναισθήματα όταν δεν τα γράφω. Μήπως είναι άχρηστα, μήπως πετούν και χάνονται; Έχουν τον κόσμο τους και φωλιάζουν εκεί; Και πού βρίσκεται αυτός ο κόσμος; Μ’ αυτόν τον κόσμο παλεύω όταν γράφω;

Αποφάσισα λοιπόν να μην πετάω τα κομματάκια της ζωής μου κι άρχισα να τα μαζεύω σε ένα ντοσιέ. Ως φοιτήτρια μπορώ να πω πως έγινα συγγραφέας πλήρους απασχόλησης. Βρήκα μια παλιά γραφομηχανή, στρωνόμουν στο γράψιμο και χρειαζόταν προσπάθεια για να σηκωθώ από κει. Άρχισα μάλιστα να δείχνω τα γραπτά μου σε κάποιους ανθρώπους και για μένα αυτό ήταν το κριτήριο της προσέγγισης: να έχω φτάσει να δείξω σε κάποιον τα γραπτά μου. Ήμουν δεκαεννέα χρονών όταν κάποια  ποιήματά μου έφτασαν να δημοσιευτούν στο λογοτεχνικό περιοδικό της Θεσσαλονίκης ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ. Στάθηκα μπροστά στον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο κρατώντας την αναπνοή μου και απαγγέλλοντας μέσα μου σαν ξόρκι το ποίημά του «εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία». Αυτός με κοίταξε εξεταστικά και αρχικά σχολίασε πως μακάρι να σπουδάζω κάτι χρήσιμο, γιατί «έρχονται καιροί δύσκολοι για ποιητές». Ύστερα ξανάριξε μια ματιά στα ποιήματά μου και σχολίασε ξερά: «καλή», κάνοντάς μου νόημα να φύγω. Έφυγα πετώντας. Αυτό το «καλή» του ιδιοφυούς «στριμμένου» της Ελληνικής ποίησης μέτρησε μέσα μου σαν ένα μεγάλο βραβείο.

Από τα γραπτά της φοιτητικής εποχής, προέκυψε αργότερα  το πρώτο μου βιβλίο, το ΜΑΘΗΜΑ ΧΩΡΟΤΑΞΙΑΣ, ένα μίγμα ποιημάτων και πεζών που όπως λέει ο τίτλος τους σηματοδοτούσαν την εποχή της θητείας μου στη Χωροταξία και της προσπάθειάς μου να ενταχθώ στο χώρο των ενηλίκων. Δεν ξέρω πού βρίσκεται πλέον αυτό το βιβλίο και δεν έχω κρατήσει ούτε ένα αντίτυπό του. Εκδόθηκε από έναν πειραματικό εκδοτικό οίκο που έβγαζε βιβλία νέων άπορων επίδοξων συγγραφέων με ελάχιστα έξοδα. Δεν μπορώ να πως συγκινήθηκα ιδιαίτερα όταν είδα το βιβλίο τυπωμένο, με εξώφυλλο του φίλου από τα φοιτητικά χρόνια αρχιτέκτονα Νίκου Κρυωνίδη. Ντράπηκα μάλιστα που είχα ανοιχτεί τόσο και ευχήθηκα να μην το είχα κάνει.  Ήταν η πρώτη χρονιά που εργαζόμουν ως εκπαιδευτικός και μια φιλόλογος επέλεξε να δουλέψει με ένα ποίημά μου στο μάθημα των Νέων Ελληνικών. Εκεί η συγκίνησή μου ήταν μεγάλη, ειδικά όταν είδα κάποια παιδιά να μου χαμογελούν συνένοχα στο διάλειμμα.

Έπειτα ήρθε η εποχή της καθαρής ποίησης και του υπολογιστή. Είχα αγοράσει έναν υπολογιστή Macintosh στο μικρότερο μέγεθος, με ένα χερούλι  στο πάνω μέρος για να μεταφέρεται. Τον είχα συνδέσει με έναν τεράστιο, προϊστορικό  εκτυπωτή. Έγραφα με μανία ανάκατα ποιήματα και τεχνικά άρθρα. Όταν το κάθε ποίημα τελείωνε, και τελείωνε αμέσως γιατί φαίνεται πως ήταν από καιρό γραμμένο μέσα μου, το άφηνα στο desktop, το τύπωνα  και το έβαζα στην τσάντα μου. Το κουβαλούσα μαζί μου παντού και το έβγαζα τακτικά να το ξαναδιαβάσω. Μετά από λίγες μέρες, είτε το πετούσα πολύ εύκολα από το desktop μου με ένα απλό delete και από την τσάντα μου σκίζοντάς το σε μικρά κομματάκια, είτε τo καταχωρούσα επίσημα στο file «ποιήματα». Αν δε το ποίημα με είχε καλύψει και είχε εκφράσει όλα αυτά που ένιωθα, η παρουσία του στην τσάντα μου και στον υπολογιστή μου με έκανε να χάνομαι μέρες ολόκληρες απ’ αυτόν τον κόσμο και να κινούμαι  ανάμεσα στις παράλληλες ζωές που μεταξύ τους δεν μπορούσα –και δεν μπορώ ακόμα- ν’ αποφασίσω ποια είναι η πραγματική. Από την περίοδο αυτή προέκυψε η ποιητική συλλογή DAUGHTER OF NOTHING, ένα βιβλίο με τα λίγα, λιτά ποιήματα που είχαν γλιτώσει το delete. Το περίεργο είναι πως τα περισσότερα απ’ αυτά δεν τα έχω απαξιώσει ακόμα, σημάδι πως η αυστηρή επιλογή μου άξιζε τον κόπο.

Ύστερα ήρθε η εποχή της Αθήνας. Η παραγωγή ποίησης μειώθηκε και ο πεζός λόγος κατέκλυσε τη ζωή μου. Άρχισα να γράφω μυθιστορηματοποιημένα κομμάτια της ζωής μου κάνοντας βουτιά στο παρελθόν. Επίσης κατέγραφα τα όνειρά μου, παλιά και καινούργια, με βάση τη γιουγκιανή θεωρία στην οποία τότε εκπαιδευόμουν. Ήμουν φαίνεται πλέον αρκετά ώριμη και συναισθηματικά ασφαλής για να αντιμετωπίσω τα φαντάσματα του παρελθόντος και να προσπαθήσω να τα εξορκίσω μέσα από τη γραφή. Η διαδικασία ήταν ένα επίπονο ταξίδι στο βάθος της ψυχής και μια απίστευτη κάθαρση. Η ηρωίδα μου, οκτώ άντρες και τα όνειρά της πάλεψαν και τελικά συμφιλιώθηκαν μεταξύ τους, με φόντο τη μουσική. Έτσι προέκυψε το ΟΛΑ ΠΛΗΝ ΕΝΟΣ, με εξώφυλλο τον πίνακα με τη μελαγχολική «Μόνικα» του φίλου ζωγράφου Νάσου Ψάρρη, το βιβλίο που κανένα άλλο δεν θα φτάσει σε συναισθηματική αξία για μένα.

Μέχρι να εκδοθεί το ΟΛΑ ΠΛΗΝ ΕΝΟΣ, είχα γράψει τη ΣΥΝΕΔΡΙΑ. Ήταν η εποχή που ήμουν κυριολεκτικά βουτηγμένη στον κόσμο της ψυχοθεραπείας, διαμόρφωνα τη δική μου συνθετική προσέγγιση και ήθελα να τοποθετηθώ επί παντός επιστητού της ψυχής. Ήθελα να κατεβάσω τον ψυχοθεραπευτή από το βάθρο του και να φέρω το αρχέτυπό του κοντά μου και κοντά στους πελάτες μου. Είχα μάλλον ξεφύγει από τα δεσμά της προσωπικής μου ιστορίας και μπορούσα πλέον να πλάσω με συνέπεια φανταστικές προσωπικότητες. Οι δεκαπέντε συνεδρίες θεραπείας τόσο των πελατών όσο και της θεραπεύτριας γράφτηκαν με ταχύτητα και πάθος κι έτσι γρήγορα προέκυψε το βιβλίο με το αφηρημένο εξπρεσσιονιστικό μπλε εξώφυλλο του Νάσου Ψάρρη.

Ύστερα ήρθε η περίοδος των σχολών γονέων εφήβων. Σ’ αυτές τα θέματα της ανατροφής εφήβων συζητιόνταν με πάθος κι εγώ αισθανόμουν την ανάγκη να δημιουργήσω  κάποιο έντυπο υλικό στο οποίο να συνοψίζονται οι αρχές στις οποίες είχαμε καταλήξει. Το υλικό  αυτό αρχικά δημοσιευόταν σε μια εφημερίδα της Καλλιθέας. Μετά από λίγα χρόνια, σκέφτηκα να συγκεντρώσω τις δημοσιεύσεις, να τις εμπλουτίσω με ανάλογες μελέτες περίπτωσης που είχα δουλέψει και να δημιουργήσω ένα βιβλίο συμβουλευτικής εφήβου και οικογένειας. Έτσι προέκυψε το ΕΦΗΒΟΙ ΚΑΙ ΓΟΝΕΙΣ και ξεκίνησε η συνεργασία μου με τον εκδοτικό οίκο Σαββάλα.

Ο ορισμός της εφηβείας δεν είναι απόλυτος. Γράφοντας το ΕΦΗΒΟΙ ΚΑΙ ΓΟΝΕΙΣ βρήκα στα γραπτά μου και στις ψυχοθεραπευτικές μου εμπειρίες πολλές περιπτώσεις νέων ηλικίας 18-30 ετών, που αυτοί και οι οικογένειές τους έχρηζαν συμβουλευτικής  στήριξης. Έτσι δημιουργήθηκε το επόμενο βιβλίο με αρχικό τίτλο Νέοι και Γονείς και τελικό τίτλο ΠΑΡΑΤΕΤΑΜΕΝΗ ΕΦΗΒΕΙΑ.

Και έφτασε η περίοδος της ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑΣ ΜΕ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΓΟΒΑΚΙΑ. To ομότιτλο ποίημα είχε χαρακτηρίσει την εφηβεία μου και φαίνεται πως τόσα χρόνια ωρίμαζε μέσα μου μέχρι να καταλήξει σε ένα βιβλίο για τις ανθρώπινες άμυνες. Αρχικά σκεφτόμουν να γράψω για το θέμα ένα βιβλίο συμβουλευτικής, κατέληξα όμως να γράψω ένα μυθιστόρημα. Οι ηρωίδες μου, αφού δομήθηκαν σύμφωνα με τον ψυχολογικό τύπο που εκπροσωπούν, αυτονομήθηκαν και έπλασαν μόνες τους την ιστορία τους. Αυτό το βιβλίο έχει μέσα του πολλά κομμάτια από μένα και από αγαπημένα μου πρόσωπα.  Λένε πως ο γονιός αγαπά ίδια όλα του τα παιδιά. Αυτό ποτέ δεν το πίστεψα και το βιβλίο αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: Το αγαπώ περισσότερο από όλα μου τα βιβλία και το θεωρώ το καλύτερό μου.

Το βιβλίο ΓΥΝΑΙΚΕΣ γραφόταν μέσα μου από τη νεανική ηλικία. Από μικρή, πολύ πριν να εισαχθώ στο χώρο της ψυχολογίας,  παρατηρούσα τις άλλες γυναίκες  και προσπαθούσα να τις κατατάξω σε δικές μου, πρωτόγονες τυπολογίες. Ήταν ίσως μια προσπάθεια να γνωρίσω και να κατατάξω τον εαυτό μου μέσα από την παρατήρηση των ομοφύλων μου. Αργότερα, στην ψυχοθεραπευτική πρακτική το δείγμα μου έγινε τεράστιο κι έτσι όταν άρχισα αυτό το βιβλίο δεν ήξερα τι να πρωτοδιαλέξω.

«Όλο για τις γυναίκες γράφεις!» σχολίασαν άντρες πελάτες και φίλοι «νομίζεις πως για μας τους άντρες η ζωή είναι πιο εύκολη;». Στρώθηκα λοιπόν αμέσως στο γράψιμο και γρήγορα προέκυψε το αντίστοιχο βιβλίο ΑΝΤΡΕΣ, διανθισμένο με τις πολύτιμες παρατηρήσεις του Στέλιου από το αντρικό …μέτωπο και με αρκετό χιούμορ.

Από χρόνια ο Στέλιος μου είχε προτείνει να γράψουμε κάτι μαζί.  Εγώ αρνιόμουν κατηγορηματικά, μη θέλοντας να εμπλακώ στις πιθανές δυσκολίες που υπέθετα πως θα προέκυπταν από τις διαφορετικές μας προσωπικότητες, το διαφορετικό τρόπο γραφής και το διαφορετικό τρόπο που δουλεύει ο καθένας μας. Τελικά πείσθηκα, όταν εκείνος  μου υποσχέθηκε πως, σαν παιχνίδι, θα επεδίωκε να προσαρμοστεί στα δικά μου συγγραφικά δεδομένα. Έτσι, μέσα σε ένα καλοκαίρι γράψαμε την ψυχοθεραπευτική ιστορία του ανασφαλούς Ευδόκιμου  που τον υποδύθηκε ο Στέλιος και της ψυχοθεραπεύτριας-ποιήτριας  Μαργαρίτας, που ήμουν εγώ με άλλο όνομα (πράγμα ομολογουμένως πολύ πιο εύκολο!). Έτσι προέκυψε το κοινό μας παιδί ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΟ, ένα βιβλίο με απομαγνητοφωνημένες συνεδρίες αλλά και ανεξάρτητα κείμενα και των δυο. Ο αρχικός τίτλος «Αεροβάτες» δεν έγινε δεκτός από τον εκδοτικό οίκο, εμένα όμως πάντα μέσα μου το βιβλίο αυτό θα έχει αυτόν τον τίτλο, που εκφράζει τη στάση μας προς τη ζωή μέσα από το αντίστοιχο στίχο του Ελύτη «και μας πετροβολούν και μας φωνάζουν αεροβάτες».

Ο Επαγγελματικός Προσανατολισμός αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι της δουλειάς μου και χρόνια επιχειρηματολογώ με πάθος για τις αντικομφορμιστικές αρχές που πρεσβεύω. Είναι επιπλέον πολύ συγκινητικό να προσπαθώ να διαβλέψω μέσα στο σημερινό έφηβο τον αυριανό ενήλικα-επαγγελματία. Το βιβλίο ΕΠΙΛΕΓΩ ΣΩΣΤΑ ΤΙ ΘΑ ΣΠΟΥΔΑΣΩ- O ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΕΥΡΑ Της ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ γράφτηκε τόσο άνετα όσο διηγούμαι στο ένα παιδί την επαγγελματική «περιπέτεια» του άλλου. Προέκυψε το πιο πολυδιαβασμένο μου βιβλίο, διαβασμένο εξίσου από γονείς, παιδιά και ολόκληρες οικογένειες. Σκέφτομαι με χαρά πόσες δεκάδες παιδιών μοιράστηκαν μαζί μου τις ανησυχίες για την πορεία της ζωής τους… Είναι τα παιδιά που αύριο θα μας διαδεχτούν επαγγελματικά και κοινωνικά. Μακάρι να ανατρέψουν τα δικά μας δεδομένα και να τα καταφέρουν καλύτερα από μας!

Στην αρχή του 2011, έκανε δειλά την εμφάνισή του στο πέλαγος του διαδικτύου το blog http://healthcouncelling.blogspot.com, με τη δήλωση: «Δεν είσαι μόνος! Αντιστεκόμαστε στην απομόνωση και στην οικονομική αποτίμηση των πάντων. Απαντούμε δωρεάν σε ερωτήσεις σχετικές με θέματα ψυχικής υγείας…»

Μέχρι σήμερα, 5 χρόνια μετά, στο blog έχουν απευθυνθεί και απαντηθεί γύρω στα 1000 ερωτήματα,  η επισκεψιμότητα ξεπερνά τις 500 αναγνώσεις την ημέρα και συνεχώς αυξάνεται.

Τα θέματα που μου απευθύνονται δεν παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία: Έχουν όλα να κάνουν με τις σχέσεις ζευγαριών και με το θεσμό της οικογένειας. Λίγα χρόνια μετά, οι αναρτήσεις του blog ταξινομήθηκαν σε κατηγορίες, χωρίστηκαν κατά θέματα σε κεφάλαια και επενδύθηκαν με προλόγους όπου εκφράζονται κάποιες σχετικές επιστημονικές και φιλοσοφικές μου απόψεις αλλά και εμπειρίες (προσωπικές ή επαγγελματικές) που μου θυμίζει και συναισθήματα που μου γεννά το κάθε θέμα. Έτσι προέκυψαν τα βιβλία ΣΧΕΣΕΙΣ και ΟΛΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΔΥΣΚΟΛΑ; Τα  βιβλία αυτά δε θα γεννιόνταν χωρίς τους ανθρώπους που έστειλαν στο blog κομμάτια από τη ζωή τους εμπιστευόμενοι μια άγνωστη σε μια ηλεκτρονική διεύθυνση, που τους διαβεβαίωσε πως δεν είναι μόνοι. Τους ευχαριστώ!

Πάντα με απασχολούσε η κατάταξη των ανθρώπων σε τύπους και μελετούσα τις ψυχολογικές τυπολογίες, πριν ακόμη ασχοληθώ επαγγελματικά με την ψυχολογία. Από αυτές, η τυπολογία 4 τύπων του Ιπποκράτη με γοήτευσε με την απλότητά της και την ενσωμάτωσα τόσο στη ζωή μου όσο και στην ψυχοθεραπευτική μου πρακτική. Επί πολλά χρόνια τη μελετούσα, έκανα παρατηρήσεις, κατασκεύαζα τεστ και τα στάθμιζα. Αργότερα, μελέτησα την τυπολογία του Jung, που μου έδωσε μια άλλη διάσταση της ανθρώπινης προσωπικότητας. Ξεκίνησα μια νέα διαδικασία παρατηρήσεων, κατασκευής και στάθμισης τεστ. Όσο εμβάθυνα στη δεύτερη θεωρία, έβλεπα και το βαθύ συσχετισμό της με την πρώτη. Μετά από πολλά χρόνια ενασχόλησης με τις δυο τυπολογίες, ο Στέλιος μου έδωσε την ιδέα να τις αναλύσω σε ένα βιβλίο. Έτσι γεννήθηκε το ΤΙ ΤΥΠΟΣ ΕΙΣΑΙ;, ένα βιβλίο αυτοβοήθειας με πολλά τεστ, που ισορροπεί ανάμεσα στην επιστημονική τεκμηρίωση και το χιούμορ.

Το πάθος μου με τις τυπολογίες προσωπικοτήτων με οδήγησε στην τυπολογία του Εννεαγράμματος, εμπνευσμένη από τη θεωρία του δασκάλου του εσωτερισμού Γκουρτζίεφ. Κάποιοι μελετητές του έχουν διαμορφώσει τους 9 ανθρώπινους τύπους, αποδίδοντάς τους ο καθένας συγκεκριμένα κριτήρια διάκρισης μεταξύ τους. Αποφάσισα κι εγώ να επιχειρήσω να δημιουργήσω τα δικά μου κριτήρια διάκρισης, αξιοποιώντας την οπτική μου της συνθετικής ψυχοθεραπείας. Συνήθως τα βιβλία μου είναι γραμμένα μέσα μου πολύ καιρό πριν επιχειρήσω να τα βάλω στο χαρτί και όταν αρχίζω να γράφω, λίγοι μήνες μου είναι αρκετοί. Το ΕΝΝΕΑΓΡΑΜΜΑ-ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ έκανε την εξαίρεση: Έναν ολόκληρο χρόνο μελετούσα και έγραφα. Αντιμετώπισα το βιβλίο αυτό σαν επιστημονική μελέτη και είναι το μόνο μου βιβλίο στο οποίο πραγματικά έμαθα γράφοντας και δεν αναπαρήγαγα απλώς υφιστάμενες γνώσεις. Προέκυψε έτσι μια βαθιά ανατομία 9 διαφορετικών τρόπων τρόπων διαχείρισης της ζωής, που αποτελεί το πιο επιστημονικό μου βιβλίο.

Συγκινούμαι όταν οι άλλοι διαβάζουν τα βιβλία μου και συζητούν μαζί μου γι’ αυτά, αλλά συνήθως δεν έχω απάντηση στα ερωτήματά τους. Με ρωτούν πώς πάει το γράψιμο, αλλά ποτέ δεν ξέρω. Το γράψιμο πάει από μόνο του κι εγώ τ’ ακολουθώ. Άλλες πάλι φορές με ρωτούν τι προετοιμάζω για τη συνέχεια. Πάλι δεν ξέρω. Αρκετά παράλληλα βιβλία γράφονται μέσα μου κάθε φορά και ειλικρινά δεν ξέρω ποιο θα βγει πρώτο στην επιφάνεια. Με ρωτούν τι σημαίνει το γράψιμο για μένα. Ξέρω πως γράφω όπως αναπνέω και πως για μένα γράφω θα πει υπάρχω. Συνήθως όμως δεν απαντώ, γιατί δεν ξέρω αν μπορεί κάποιος να το νιώσει κι αν ίσως θα φανεί υπερβολικό. Και φτάνουμε στο κρίσιμο ερώτημα: «Είσαι περισσότερο επιστήμων ή συγγραφέας;» Ειλικρινά δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω. Όταν ασχολούμαι με την επιστήμη, η τέχνη ξεπηδά από μόνη της και όταν γράφω η επιστήμη έρχεται να με βοηθήσει στα αδιέξοδα που συναντώ. Δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω. Θα έλεγα μάλλον πως το κοινό στοιχείο είναι η ποίηση, ή, καλύτερα, μια ποιητική ματιά να βλέπω και την επιστήμη και την τέχνη και τον κόσμο ολόκληρο. Αν έπρεπε να το εκφράσω με μια λέξη, μάλλον ποιήτρια θα με χαρακτήριζα.

 

 

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.